Η Κασσώπη βρίσκεται πολύ κοντά στο ιστορικό Ζάλογγο, στο χωριό Καμαρίνα του νομού Πρεβέζης. Ήταν η πρωτεύουσα της Κασσωπαίας και κτίστηκε πριν τα μέσα του 4ου αι. π.Χ. (340 π.Χ), σε φυσικά οχυρή θέση, σε οροπέδιο με υψόμετρο 550-650μ., με σκοπό να προστατεύσει την εύφορη πεδιάδα που απλωνόταν νοτιότερα από την εκμετάλλευση των Ηλείων αποίκων. Η μεγάλη ακμή της πόλης σημειώνεται τον 3ο αι. π.Χ., όταν κτίζονται τα μεγάλα δημόσια κτήρια και ανοικοδομούνται πολλά σπίτια. Η πόλη είχε δικό της νομισματοκοπείο και το νόμισμά της απεικόνιζε τον Δία και αετό σε κεραυνό. Η ίδρυση της Κασσώπης ήταν το αποτέλεσμα ενός συνοικισμού των διάσπαρτων οικισμών της περιοχής. Απέκτησε οικονομική δύναμη με το εμπόριο, την κτηνοτροφία και τα προϊόντα της εύφορης πεδιάδας του Αχέροντα. Η πόλη διατηρούσε πολιτική αγορά, πρυτανεία, δύο θέατρα, ξενώνα, ναούς λατρείας της Αφροδίτης και του Δία Σωτήρα. Γύρω στο 220 π.Χ. εντάχτηκε στην Αιτωλική Συμμαχία και η ευημερία της διήρκεσε μέχρι το 168 π.Χ. Το 167 π.Χ. καταστράφηκε από τους Ρωμαίους με επικεφαλής τον Αιμίλιο Παύλο και εγκαταλείφτηκε οριστικά με την υποχρεωτική συνοίκηση των κατοίκων της στη Νικόπολη, στο τέλος του 1ου αι. π.Χ.
Η Κασσώπη ανήκει στις καλά οχυρωμένες ορεινές πόλεις της Κλασικής Εποχής με οχυρωματικό περίβολο που περικλείει την πόλη και τις δυο ακροπόλεις της. Πρόκειται για τείχη που κατασκευάστηκαν από τοπικό ασβεστόλιθο σύμφωνα με το πολυγωνικό σύστημα, με σκοπό την αμυντική προστασία της από διάφορες επιδρομές και κινδύνους. Για τον λόγο αυτό τειχίστηκαν και οι ακροπόλεις, οι οποίες διέθεταν υδατοδεξαμενές, κατασκευασμένες μέσα στους βράχους, όπου κατέφευγαν οι κάτοικοι σε περιόδους κινδύνου. Από τις πύλες του οχυρωματικού περιβόλου έχει διατηρηθεί σε σχετικά καλή κατάσταση η δυτική πύλη. Βρισκόταν περίπου στο ύψος της κεντρικής οδού της πόλης, σχεδόν ένα μέτρο πιο πάνω από αυτή. Το στοιχείο που την κάνει ξεχωριστή είναι ότι το άνω τμήμα της αναπτυσσόταν σε τόξο. Καθώς η πύλη πρέπει να χτίστηκε πριν το 350 π.Χ., σύμφωνα με τα ανασκαφικά δεδομένα, πρόκειται για μια από τις αρχαιότερες τοξοειδείς κατασκευές της ελληνικής αρχιτεκτονικής. Μέσα στο πολυγωνικό τείχος της αρχαίας Κασσώπης, υπήρχαν περίπου 600 διώροφα σπίτια σε οικόπεδα των 230 τετραγωνικών μέτρων. Όλα διέθεταν μεσημβρινό προσανατολισμό και άρτια κατασκευή και λειτουργικότητα, με κοινό αποχετευτικό διάδρομο και εκπληκτικής κατασκευής σκεπασμένο υπόνομο. Η Κασσώπη ήταν κτισμένη κατά το Ιπποδάμειο σύστημα και διέθετε 20 παράλληλους δρόμους (τους ”στενωπούς”, πλάτους 4,20 μ.), που μεταξύ τους απείχαν 30 μ., και διασταυρώνονταν με τους πλατύτερους δρόμους (τις ”πλατείες”, πλάτους 6 μ.), σχηματίζοντας 60 περίπου οικοδομικά τετράγωνα. Η διαμόρφωση της επηρεάστηκε από το παλαιότερο πρότυπο πόλεως στην περιοχή, την Αμβρακία. Στον χώρο δέσποζαν το ωδείο, το θέατρο και το πρυτανείο ή καταγώγειο. Το μικρό θέατρο ή ωδείο της Κασσώπης κατασκευάστηκε στην ανατολική πλευρά της Αγοράς τον 3ο αιώνα π.Χ., είχε χωρητικότητα άνω το 2.000 ατόμων και ίσως χρησιμοποιήθηκε και ως βουλευτήριο. Θεωρείται ότι φιλοξενούσε μουσικές και άλλες καλλιτεχνικές εκδηλώσεις καθώς και τις συνεδριάσεις της Βουλής και του Κοινού των Κασσωπαίων.
Το μεγάλο θέατρο βρίσκεται στο ΒΔ άκρο της ακρόπολης της Κασσώπης, με πανοραμική θέα προς τον Αμβρακικό κόλπο, το Ιόνιο πέλαγος και τα Ακαρνανικά όρη. Κατασκευάστηκε από ντόπιο ασβεστόλιθο και υπολογίζεται ότι επαρκούσε για 5.000 – 6.000 θεατές. Το κοίλο, που στηρίζεται σε πολυγωνικά αναλήμματα με αντηρίδες, διαιρείται από ένα οριζόντιο διάζωμα σε δύο ανισομεγέθη τμήματα. Ένα πλατύτερο διάζωμα στην κορυφή του κοίλου, προστατεύεται εξωτερικά από ισχυρό πολυγωνικό τοίχο, ο οποίος φέρει θύρα, που διευκόλυνε την κίνηση των θεατών στο ανώτερο τμήμα του κοίλου. Η ορχήστρα του θεάτρου δεν σχηματίζει πλήρη κύκλο, αλλά τόξο μεγαλύτερο από το ημικύκλιο, ενώ το δάπεδο της ήταν από πατημένο χώμα. Μεταξύ του σκηνικού οικοδομήματος και της απόληξης του κοίλου, δύο πάροδοι εξυπηρετούσαν κυρίως την κυκλοφορία των θεατών. Σε αυτές τις παρόδους κατέληγαν δύο από τους κάθετους δρόμους της αρχαίας πόλης. Το ”καταγώγιο ή πρυτανείο” ήταν ένα δημόσιο κτήριο, ξενώνας ή εμπορική αγορά, το οποίο κτίστηκε στο τελευταίο τέταρτο του 3ου αι. π.Χ., την εποχή της οικονομικής άνθισης της Κασσώπης. Πρόκειται για ένα κτίσμα που βρίσκεται ακριβώς πίσω από τη βόρεια στοά της αγοράς στον νότιο τομέα της πόλης. Έχουν διατηρηθεί σε αρκετά καλή κατάσταση μόνο τα θεμέλια των δωματίων και στις τέσσερις πλευρές του κτηρίου, αλλά και οι οκτάεδροι πεσσοί του μεγάλου περιστυλίου. Η είσοδος του κτηρίου βρισκόταν στη νότια πλευρά του, αλλά όχι ακριβώς στο κεντρικό της σημείο. Τα δωμάτια που αναπτύσσονται σε όλο το μήκος των πλευρών του κτηρίου και τα γωνιακά δωμάτια διαθέτουν ένα ασυνήθιστο στοιχείο ‒σίγουρα όχι της κλασικής περιόδου‒ έναν διαγώνιο διαχωριστικό τοίχο. Στο εσωτερικό των δωματίων βρέθηκε εστία δίπλα από την πόρτα. Σίγουρα οι εστίες αυτές δεν χρησιμοποιήθηκαν για μαγείρεμα, καθώς ήταν κατασκευασμένες με τούβλα, αλλά πρέπει να θεωρηθούν ως θερμαντικές πηγές των δωματίων. Ασυνήθιστες είναι επίσης οι βάσεις (μία σε κάθε δωμάτιο) στο κέντρο κάθε δωματίου για την υποδοχή ξύλινων κιόνων. Σε κάθε εσωτερική πλευρά του κτηρίου υπήρχε ένας διάδρομος με πλάτος 2,30 μ. που οδηγούσε στο περιστύλιο. Το περιστύλιο διέθετε μεγάλους επεξεργασμένους οκτάεδρους πεσσούς (8 x 7 πεσσούς). Ήταν κατασκευασμένοι από τοπικό ασβεστόλιθο, ενώ τα δωρικά κιονόκρανα που επιστέγαζαν τους πεσσούς ήταν από αμμόλιθο.
Εκδόσεις
Μπορείτε να κατεβάσετε τους οδηγούς μνημείων και αρχαιολογικών χώρων σε μορφή PdF
Ο Αρχαιολογικός Χώρος της Κασσώπης
Το θέατρο της αρχαίας Κασσώπης στην Πρέβεζα
Οι Αρχαιολογικοί Χώροι Νεκρομαντείου και Εφύρας
Αρχαιολογικός Οδηγός Νικόπολης
Το Θέατρο της Νικόπολης
Το Ωδείο της Νικόπολης
Το Μνημείο του Οκταβιανού Αυγούστου
Ο Οίκος του εκδίκου Γεωργίου
Οι Νεκροπόλεις της Νικόπολης
Το Ρωμαϊκό Υδραγωγείο της Νικόπολης
Η Βασιλική Α του επισκόπου Δουμετίου
Η Βασιλική Δ της Νικόπολης